Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Άτιτλο

 24 Σεπτεμβρίου 2026, 16:21

Άτιτλο


Φέρνει ο άνεμος μακρινά φιλιά στο μέλι γινομέναμέσα σε φακέλους επιστολών σε καρποστάλ.Με ταχυδρομικά περιστέρια δεμένα στο μικρούλι ποδαράκι τους,κουβαλάνε αισθήματα που τα μεγεθύνει η απόσταση περασμένα από τα φίλτρα της νοσταλγίαςακολουθόντας την ανάγκη της επαφής.Φέρνει ο άνεμος τα μάτια σου, σαν οπτασία στον απέραντο θόλο του ουρανού και τα κοιτάζω ασταμάτητα, κοιτάζω το χρώμα τους ένα χρώμα γεμάτο απαλό ροδακινί, σα τα φιλιά σου που κυκλώνουν την υπαρξή μου την κρυμμένη κάτω απ τα σύνορα ενός πορφυρού παράδεισου μιας προϊστορικής εποχής.Ο άνεμος αυτός φέρνει και ξενοπούλια,κραυγές που πόνους κουβαλούν κατάρες πληρωμένες.Μα σα σταθούν στην πόρτα μας στα μάτια σου το δάκρυ μου θα δούνε. Σα συναντάς τις αστραπές τα ξόρκια δε φελάνε κι είναι οι δρόμοι αδιανοί ο χάρος τους διαβαίνει το βροντερό το βήμα του φωτιές μας αποστέλλει μέταλλα πίκρα και καημούς τριγύρω μας γεμάτο.Μαύρα τα σύννεφα καπνοί γεμίζουν τον κόσμο.Τα τρυφερά κλαράκια που ο χρόνος τα λυγάει.


Untitled



The wind brings distant kisses—ripened like honey—inside letter envelopes and on postcards. Carried by carrier pigeons with messages tied to their tiny legs, they bear sentiments magnified by distance, filtered through nostalgia, driven by the need for connection. The wind brings your eyes—like a vision against the vast dome of the sky—and I gaze at them ceaselessly; I gaze at their color, a hue rich in soft peach tones, much like the kisses that envelop my very being—a self-hidden beneath the borders of a crimson paradise from a prehistoric age. This wind also brings birds from afar, bearing cries laden with pain and curses come home to roost. Yet, should they pause at our doorstep, they will see my tear reflected in your eyes. When one encounters lightning, spells are of no avail; the roads are impassable as Death strides across them—his thunderous tread sending forth fire, metal, bitterness, and sorrow to surround us. Black clouds and smoke fill the world. And the tender saplings, bent low by the passage of time.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Φιλιά

 05 Σεπτεμβρίου 2026, 02:48

φιλιά


Φέρνει ο άνεμος φιλιά γλυκά με μέλι γινομένα

από μακριά,

Φέρνει και ξενοπούλια, κραυγές που πόνο κουβαλαύν

Μα σα σταθούν στην πόρτα μας 

Στα μάτια το δάκρυ μου θα δούνε 

σα συναντά τις αστραπές 

Με τρυφερά κλονάρια καρδιές που ο χρόνος δεν βαστά.

Στριφογυρνά χορεύοντας 

σε μουσικές και σε ρυθμούς αρχέτυπους

νεανικές εικόνες περνούν

μακρίνοντας παλόμενες φωνές πολές  


Kisses

The wind brings sweet, honey-laden kisses

from afar,

It brings, too, birds of passage—cries that carry pain.

But when they pause at our door,

they shall see the tear in my eye

as it meets the lightning’s flash

hearts like tender boughs that time cannot withstand.

It whirls and dances

to music and rhythms primal;

images of youth drift by,

along with many a distant, pulsing voice.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Ο μεγάλος πόλεμος

 30 Ιουλίου 2026, 19:22

Ο μεγάλος πόλεμος
Σκέψεις  

Σε αυτόν τον τόπο, σε αυτή την εποχή,
την εποχή που προετοιμάζεται ο μεγάλος πόλεμος,
πώς να μιλήσω για κάτι άλλο;

Ψάχνω τα πιο δυνατά συναισθήματα, μα
φαίνονται μικρά μπροστά στον πόνο και την οδύνη.
Φαντάζει μακριά μου, μα περικυκλώνει τον τόπο μου,
μια ψευδαίσθηση πως δε θα με αγγίξει εμένα
ο μεγάλος πόλεμος.

Μα ο κόσμος έγινε τόσο μικρός
κι εμείς τόσο πολλοί.
Στρυμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο
μέσα στα κουτιά των τηλεοράσεων
σφηνώνει το μυαλό, περιορίζεται το οπτικό πεδίο.

Όχι, δε φταίει ο μεγάλος πόλεμος για το ψωμί που είναι ακριβό,
για τα νοσοκομεία με τις ελλείψεις τους,
για τα σχολεία που φθείρονται.
Όχι, δεν θα βομβαρδίσουν τη δική μας πολυκατοικία.

Μόνο τους άλλους – τους λεπρούς, τους βρομερούς, τους απολίτιστους –
που πεινασμένοι, κυνηγημένοι από τις βόμβες μας, ίσως τρομάξουν
την φοβισμένη γαλήνη μας αν βρεθούν κοντά μας.  

The Great War

Reflections


In this place, at this time—

the time when the great war is brewing—

how can I speak of anything else?


I search for the most powerful emotions, yet

they seem small in the face of such pain and anguish.

It feels distant, though it encircles my home—

an illusion that the great war

will not touch *me*.


But the world has grown so small,

and there are so many of us.

Crammed side by side,

trapped within the boxes of our televisions;

the mind grows cramped, the field of vision narrows.


No, the great war is not to blame for the price of bread,

for the shortages in hospitals,

or for the schools falling into disrepair.

No, they won’t bomb *our* apartment building.


Only the others—the lepers, the filthy, the uncivilized—

who, starving and hounded by our bombs, might disturb

our fearful peace should they draw near.


Τραγούδι

 28 Ιουλίου 2026, 10:37

Τραγούδι
Σκέψεις  

Τραγούδια που με παράπονο τραγουδούν το πάθος και τον πόθο,

με καημό κυκλώνουν δρόμους, , αγκαλιές, φιλιά και στράτες με μυρολόγια.

Τα κλαμένα τραγούδια, σαν αδέσποτα ροδοπέταλα σκορπισμένα στον φθινοπωρινό ουρανό, το αεράκι τα στροβιλίζει ανάμεσα στα δέντρα του δάσους κι ο ήλιος τα χρωματίζει ευχάριστα.

Στον αέρα ακούγεται το ρεφρέν ενός παλιού τραγουδιού... σπασμένα τριαντάφυλλα... πικρή ανάμνηση από τα παιδικά χρόνια.

Μου φαίνεται πως η σκέψη μου με ταξίδεψε σε απρόσμενους τόπους, σε εικόνες που αποτυπώθηκαν μέσα μου κάποια στιγμή, και αφήνοντας το χέρι μου ελεύθερο πάνω στο μολύβι βγήκαν στην επιφάνεια απρόσμενα αναπάντεχα, παραμερίζοντας την καθημερινότητα και βάζοντας στην άκρη τον τρόμο της πραγματικότητας.

Τα παραπονεμένα τραγούδια, αυτά που δεν ακούστηκαν, που δεν αγαπήθηκαν, που περιμένουν να τα ανακαλύψουν το αυτί και ο νους.


Song

Thoughts


Songs that sing of passion and longing with a touch of sorrow,


circling—with a heavy heart—streets, embraces, kisses, and paths, like mournful dirges.


These tearful songs are like stray rose petals scattered across the autumn sky; the breeze swirls them among the forest trees, and the sun paints them in pleasing hues.


The chorus of an old song drifts on the air... broken roses... a bitter memory from childhood.


It seems my thoughts have carried me to unexpected places, to images imprinted within me long ago; and as I let my hand move freely with the pencil, they surfaced quite unexpectedly, pushing aside the mundane and setting aside the dread of reality.


Those wistful songs—the ones left unheard and unloved, waiting for the ear and the mind to discover them.



                                             Αποτελέσματα εικόνων για Τραγούδι

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Τομή

 13 Ιουλίου 2026, 01:33

Τομή



ποίημα  

Σε αερόστατο, μεταξωτό μπαλόνι με ζεστό αέριο γιομάτο.

Τα μάτια τεντωμένα με ορθάνοιχτα τα αυτιά,

γυρνώ με τους αέριδες σφικτά αγκαλιασμόνος.

Οι υπερβολές πολλές ζεματισμένες, φορτωμένος στο κρύο και τη ζέστη αφημένος 

στου Απόλωνα το φως, ακουμπισμένος στα ουράνια να σέρνομαι στις ανοιχτές πληγές.

Τα μυστικά σπαρμένα στης γης ετούτης τα αποκαΐδια,

Οι πικραμένες ημέρες αρμενίζουν.

Σειρές σειρές χλωμές φωτιές ξεριζωμένοι άνθρωποι φωνάζουν. 

Από τις καρδιές ποτάμια τρέχουν κόκκινα, μικρών παιδιών φωνές και δάκρυ.

Σημαίες λάβαρα ιδέες αφημένες προς πάσα χρήση μες των τρελών καιρών τις ώρες

υποθήκη στης μνήμης το μεγάλο περιβόλι κρατάν τον χορό χιλιάδες μα όλοι ξέρουν τις πληγές του Άδη.

Poem


In a hot-air balloon—a silken sphere filled with heated air—

eyes straining, ears wide open,

I drift, held in a tight embrace by the winds.

Scorching excesses abound; burdened by cold and heat, abandoned

to Apollo’s light, I lean against the heavens, dragging myself across open wounds.

Secrets lie scattered amidst the charred ruins of this land,

while bitter days sail onward.

Row upon row of pale fires; uprooted people cry out.

Rivers of red flow from hearts—the voices and tears of small children.

Flags, banners, and ideologies—left for any use amidst these mad times—

a pledge in memory’s vast orchard; thousands join the dance, yet all know the wounds of Hades.

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Τα αϊδονάκια

07 Ιουνίου 2026, 22:37
Τα αϊδονάκια
ποίημα  

Σμάρι μαζεμένα τα παιδιά τιτιβίζουν ξέγνοιαστα 

δεν έχουν καμιά ένοια παθιάζονται με το παιχνίδι

παθιάζονται με τα όνειρά τους τα μεγάλα τους όνειρα

που ευχάριστα αγναντεύουν τη θάλασσα με τα άγνωστα της ακρογιάλια 

τα ψηλά βουνά και τους αδιάβατους δρόμους τα τραγούδια τα ατέλειωτα 

και οι καρδιές ξεπροβοδούν τα ταξίδια πάνω στα αστέρια του ουρανού.

αυτά τα τιτιβίσματα τα νεανικά κελαιδίσματα που τα αϊδονάκια γλυκολαλούν

κι αυτή η όμορφη γραμμή σε ετούτη τη ζωή ξαφνικά διακόπτεται .

Οι συνέπειες τρομερές από πολιτικές και πολέμους φασιστικών συμφερόντων.

Τα αϊδονάκια δεν το ξέρουν δεν υποπτεύονται το ασύλιπτο μέλλον του πολέμου 

που ετοιμάζουν για αυτά.

The Little Nightingales

A poem

Gathered in a flock, the children chirp carefreely;

they have no worries, they are consumed by play,

consumed by their dreams—their grand dreams—

as they gaze happily out at the sea with its unknown shores,

at the towering mountains and untrodden paths, at the endless songs,

while their hearts send their journeys soaring toward the stars in the sky.

These chirps—these youthful warblings, the sweet songs of little nightingales—

yet this beautiful thread of life is suddenly severed.

The consequences are terrible, born of politics and wars driven by fascist interests.

The little nightingales do not know; they do not suspect the unimaginable future of war

that is being prepared for them.

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Τα δάκρυα

 25 Μαΐου 2026, 03:18

Τα δάκρυα
ποίημα  

Κι είδα στα μάτια σου τα δάκρυα να λάμπουν σαν διαμάντια.

Δώσ’ τα μου, κοριτσάκι, να στολίσω μ’ αυτά μια ζωγραφιά.

Αυτά τα όμορφα τα δάκρυα σου που αστράφτουν στα ρόδινα σου μαγουλάκια 

σε ανέβασαν σε ουρανούς, σε αιθέρες λαμπρούς κι ανεξερεύνητους,

εκεί που τα δάκρυα θα είναι χρήσιμα μόνο για να στολίζουν ζωγραφιές.

Εσύ θα τις κοιτάς εκστατικά, περήφανη για τα χρυσά σου δάκρυα.

Κι ενώ το χαρτί μέσα στον χρόνο λιώνει, θα αφήνει ανέγγιχτο το πάθος των δακρύων.


Tears

A poem

And I saw the tears in your eyes shining like diamonds.

Give them to me, little girl, so I may adorn a painting with them.

Those beautiful tears of yours, glistening on your rosy cheeks,

have lifted you to the heavens, to radiant and unexplored skies,

to a place where tears serve only to adorn paintings.

You will gaze upon them in rapture, proud of your golden tears.

And though the paper may dissolve with the passing of time, the passion of the tears will remain untouched.

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Μεράκι

 17 Μαΐου 2026, 23:01

Μεράκι
ποίημα  

Ήταν θελκτικό και όμορφο, θαρρώ, εκείνο το μεράκι· το άρπαζε ο άνεμος και το γύριζε σαν ανεμοδούρα, ο ήλιος το κοίταζε ζηλιάρικα, η θάλασσα το πότιζε με αλμύρα, μούσκευε το κορμί. Κι όταν το όνειρο τελείωσε, τα μάτια, τώρα πια ξεκούραστα, άνοιξαν· το μεράκι άναψε φωτιά, γυμνό στο φως του ήλιου, φωτιά για να κάψει, φωτιά για να καεί η ψευδαίσθηση. Τώρα, κενός χώρος, άφωνος, μολυβένιος, δίχως συναίσθημα, άδειος· άνθρωποι πυκνοί, κοντοί, άλλοι σμαραγδένιοι, κάποιοι αχτένιστοι, τα μάτια τους προβάλλουν σαν σε οθόνη τα σκαλιά της αβύσσου, τις αμαρτίες του κόσμου, που συναντούν άλλες αμαρτίες, μαύρες ή λουλακιές, δείνοντας τους χαρακτήρα και ανάλογο ήθος. Πάλεψαν και παλεύουν, οι ζωντανοί τους νεκρούς αγναντεύουν στο διάβα τους, περιμένοντας τη σειρά τους.

Κι έπειτα να, το μεράκι σύντροφος, περπατά δίπλα μου, σκιά που μεγαλώνει όσο προχωρώ στο διάβα του κόσμου, ανοίγει τα πλουμιστά φτερά του και πετά σαν αέρινο στεφάνι ψηλά, πολύ ψηλά, ακολουθώντας το πικρό συναίσθημα, ανταμωμένο με γαρύφαλλα και τριαντάλλα στον κήπο της Εδέμ.

Passion

A Poem


It was alluring and beautiful, I think, that passion; the wind would seize it and spin it like a weather vane, the sun gazed at it jealously, the sea drenched it in brine, soaking the body through. And when the dream ended, the eyes—rested now—opened; the passion ignited a fire, naked in the sunlight—a fire to burn, a fire to consume the illusion. Now, an empty space—voiceless, leaden, devoid of feeling, hollow; a throng of people—stocky, short, some emerald-hued, others disheveled—whose eyes project, as if on a screen, the steps of the abyss and the sins of the world; sins that meet other sins—black or indigo—taking on character and a corresponding moral nature. They have struggled and still struggle; the living gaze upon the dead along life’s path, awaiting their own turn.


And then—look—passion becomes a companion, walking beside me; a shadow that lengthens as I journey through the world, spreading its ornate wings to soar like an ethereal wreath high, so very high, following that bitter emotion—an emotion met by carnations and roses in the Garden of Eden.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Έρωτα πλημμυρόκαρδε

 14 Μαΐου 2026, 15:12

Έρωτα πλημμυρόκαρδε
ποίημα  

Τέσσερης νότες διάλεξα κι έφτιαξα ένα τραγούδι το τραγουδάνε τα πουλιά το τραγουδά ο αγέρας το τραγουδά η αγάπη μου με πόθος και με νάζι.

Έρωτα πλουμιδόκαρδε με τα μεγάλα βέλη μη της τρυπήσεις την καρδιά και κλάψει και δακρύσει· ελα και γίνε σύννεφο φάρμακο και δροσερό νεράκι να της γλυκαίνεις τη φωνή στα σωθικά δροσούλα 

Να ακούω το τραγούδι της μαζί του να ξεχνιέμαι να χάνομαι στα πέλαγα στις μακρινές τις στράτες.

Τέσσερις νότες διάλεξα κι έφτιαξα ένα τραγούδι· το τραγουδούνε τα πουλιά, το τραγουδά ο αγέρας, το τραγουδά η αγάπη μου μες στο γλυκό το δάσος.

Έρωτα πλημμυρόκαρδε, με τα μεγάλα βέλη, μη της τρυπήσεις την καρδιά και κλάψει και δακρύσει· έλα και γίνε σύννεφο, φάρμακο και δροσερό νεράκι, να της γλυκαίνεις τη φωνή και στα σωθικά δροσούλα.

Να ακούω το τραγούδι της, μαζί του να ξεχνιέμαι, να χάνομαι στα πέλαγα, στις μακρινές τις στράτες.

I chose four notes and crafted a song; the birds sing it, the wind sings it, and my love sings it with longing and playful grace.


Oh Love, with your heart-piercing arrows, do not wound her heart and make her weep and shed tears; come, become a cloud, a balm, and cool water to sweeten her voice and bring coolness to her very soul.


To hear her song, to lose myself in it, to drift away across the seas and along distant paths.


I chose four notes and crafted a song; the birds sing it, the wind sings it, and my love sings it in the sweet forest.


Oh Love, with your heart-piercing arrows, do not wound her heart and make her weep and shed tears; come, become a cloud, a balm, and cool water to sweeten her voice and bring coolness to her very soul.


To hear her song, to lose myself in it, to drift away across the seas and along distant paths.

Σκόνταψα

 12 Μαΐου 2026, 00:16

Σκόνταψα
ποίημα  

Στη χαοτικότητα της αισθητικής

στον ψυχισμό των ανθρώπων, σκόνταψα.

Πέρασα μέσα από τα σπάργανα της λύπης

καταμεσής στου καταγάλανου ουρανού σταύρωσα το βλέμμα,

πίκρανα το δροσερό νερό στο πιθάρι των Δαναΐδων

με τα δάκρυα της καρδιάς μου.

Μάκρυνα σε σύννεφα σκοτεινά.

Μπερδεύονται τα βήματά μου

σε μουσικές ξελογιάστρες ζαλίζετε το μυαλό.

Πέρασα κοντά από επιτυχίες μα σκόνταψα.

Η ομορφιά με σκλάβωσε παράφορα

η φτώχεια με πίκρανε, στα έσχατα του κόσμου σκοτείνιασε

οι κεραυνοί σαν άγρια όνειρα φωτίζουν τη σκέψη

την ώρα του θανάτου φτερουγίζει το άδικο.

Χαμπέρι πού έστειλε μια στιγμή απελπισίας.

Στάλαξε στην καρδιά το αγέρι δροσιά ευχάριστη

Και πήρε το βάρος μακριά, ανάλαφρη η ώρα που είδα τον ήλιο σου.


I Stumbled

A poem

Amidst the chaos of aesthetics

and the human psyche, I stumbled.

I passed through the swaddling clothes of sorrow

and fixed my gaze against the deep blue sky;

I turned the cool water in the Danaids' jar bitter

with the tears of my heart.

I drifted far into dark clouds.

My steps become entangled

in beguiling melodies that make the mind reel.

I brushed past success, yet I stumbled.

Beauty enslaved me with fierce intensity,

poverty embittered me; darkness fell at the world's edge—

lightning bolts, like wild dreams, illuminate the mind,

while injustice flutters its wings at the hour of death.

A message sent by a moment of despair.

The breeze instilled a pleasant coolness in my heart

and lifted the burden away; light was the moment I beheld your sun.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Σκέψη παγωμένη

28 Μαρτίου 2026, 00:50
Σκέψη παγωμένη
ποίημα  

Σε έψαχνα στις θολές αναμνήσεις.

Στα βαθιά νερά μιας δροσερής θάλασσας.

Κοίταξα την μορφή σου

σωστό αντίγραφο της νεανικότητας μας.

Δεν σε άγγιξα δεν πέρασαν οι στιγμές

Εμείνει η σκέψη παγωμένη

στο συναίσθημα που πρόδιδε η χροιά της φωνής σου.

Έφυγα ντροπιασμένος σε ένα δρόμο χωρίς επιστροφή.

Με πόνεσε που άφησα τόσο χώρο ανάμεσά μας.

Μια πικρή μνήμη στο βάθος της καρδιάς παιδεύει το νου.

Frozen Thought

A Poem

I searched for you amidst hazy memories,

In the deep waters of a cool sea.

I gazed at your form—

A perfect reflection of our youth.

I did not touch you; the moments did not pass.

The thought remained frozen

In the emotion betrayed by the timbre of your voice.

I left, ashamed, on a road of no return.

It pained me to have left such a void between us.

A bitter memory, deep within my heart, torments my mind.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Τα κοράκια

 12 Μαρτίου 2026, 00:58

Τα κοράκια


Σκύβουν πάνω στο πτώμα.

Κοράκια τρομαγμένα από την εικόνα.

Μυρωδιά από θειάφι μυρωδιά καμένης σάρκας

Πασαλειμμένο με πίσσα το κορμί της ευδαιμονίας

κι ένοχοι κριμένοι πίσω από το σπίρτο που βάζει φωτιά.

Πως ζουν τα σκουλήκια μέσα στα σάπια νερά του βάλτου.

Πάνω σε ανήλικα παιδάκια πέφτουν τους τραβούν τις σάρκες 

και παιδόφιλουν ασύστολα.

Τα πούπουλα για τους κλέφτες αναλαμβάνουν ρόλο μπερντέ

μα σίγουρα η γάγγραινα πνίγει  την ανάσα,

το έδαφος αργά σταθερά υποχωρεί μαλακώνοντας,

σα στροφή στο γύρο του θανάτου.


The Crows

They bend over the corpse.

Crows startled by the sight.

A stench of sulfur, a stench of burnt flesh;

the body of bliss smeared with pitch,

and the guilty hiding behind the match that lights the fire.

How the worms live in the swamp’s putrid waters.

They descend upon young children, tearing at their flesh,

and molest them without restraint.

The feathers meant for the thieves serve as a screen,

yet gangrene surely stifles the breath;

the ground slowly, steadily gives way, turning soft,

like a turn in the circle of death.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

 13 Φεβρουαρίου 2026, 23:43

Ήρως


Πολλές μανάδες γέννησαν ήρωες, μα ο χρόνος τους τελείωσε πριν προλάβουν να ολοκληρώσουν το θεάρεστο έργο τους. Άλλωστε, τι είδους ήρωες θα ήταν αν ο σκοπός τους δεν ήταν ξεκάθαρος και απόλυτα ταγμένος στο κοινό καλό; Αλλιώς, πώς να δεχτώ τα μαύρα χάλια αυτού του τόπου; Αυτοί πέθαναν παλεύοντας για την ανάκαμψη του δύσμοιρου κόσμου στο νότιο άκρο της βαλκανικής χερσονήσου, κι ας συμβαίνουν παρόμοια πράγματα και στον υπόλοιπο κόσμο.

Ήρως λοιπόν

Αυτός που ανέχεται την πανταχού παρούσα μητέρα
Αυτός που δουλεύει από ήλιο σε ήλιο
Αυτός που καρτερικά περιμένει να κερδίσει το λαχείο
Αυτός που συγκλονίζεται με την εθνική υπερηφάνεια και γεμίζει φέρετρα
Αυτός που στις εκλογικές μάχες περιμένει μια φιλική κυβέρνηση
Αυτός που καταπίνει ένα κάρο ψέματα, ανάποδα στοιβαγμένα κι αραδιασμένα μπροστά του.

Ένας ήρωας ξέσκεπος, με ηρωικό άσμα, γραμμένος στα κιτάπια του έθνους σαν αριθμός τηλεφώνου σε κατάλογο.

Μα ποιος τους στήνει μπροστά μας, ποιος τους αβαντάρει και τους τοποθετεί στα σχολικά βιβλία; Κάποιοι πονηροί τους εκμεταλλεύονται και στήνουν δουλειές γύρω από αυτούς. Ζυγίζουν τη στιγμή και τον χρόνο και τσουπ, ρεφάρουν τη χασούρα. Ξέρουν την απλότητα του κόσμου και σιδερώνουν το μυαλό του.

Hero



Many mothers gave birth to heroes, yet their time ran out before they could complete their God-pleasing work. After all, what kind of heroes would they be if their purpose weren't clear and utterly dedicated to the common good? Otherwise, how could I accept the wretched state of this land? They died fighting for the recovery of this ill-fated corner at the southern tip of the Balkan Peninsula—even if similar things are happening elsewhere in the world.


A hero, then:


He who tolerates the ever-present mother

He who works from sunrise to sunset

He who patiently waits to win the lottery

He who is stirred by national pride and fills coffins

He who, during election battles, awaits a friendly government

He who swallows a heap of lies, jumbled and spewed out before him.


An exposed hero, the subject of a heroic ballad, yet recorded in the nation’s ledgers merely like a phone number in a directory.


But who parades them before us? Who champions them and places them in school textbooks? Cunning figures exploit them, building lucrative schemes around them. They gauge the moment and the timing, and—*snap*—they recoup their losses. They know the simplicity of the common folk and iron their minds flat.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Με ένα μολύβι

 11 Φεβρουαρίου 2026, 14:49

Με ένα μολύβι
ποίημα  

Το σούρουπο απαλό αχνοσβήνει το φως το ποτήρι τρέμει στο χέρι

κόκκινο κρασί πηγαινοέρχεται ακατάστατα μέσα στο γυάλινο περίβλημα.

Μολύβι στο άλλο χέρι ακουμπά στο άσπρο χαρτί.

Προτιμούσαν οι εξόριστοι το μολύβι, στη βροχή

αντέχει καλύτερα το γραμμένο κείμενο.

 Σιγά σιγά τα φώτα άναβαν, πρόσθεταν λίγο λίγο χαρά και φως ακαταμάχητο 

στη εικόνα του νου την παρένθεση της ηρεμία,

λαμπρή έκρηξη του μέλλοντος, στα σκαλιά της άπιστης αγάπης. 

Καθισμένος στην αναπαυτική καρέκλα σκυμμένος στο πληκτρολόγιο αναπολώ την ενέργεια που έστελναν τα μάτια, τα μαύρα μάτια του έρωτα που αξιολόγησε την ήτα. 

Την απελπισία που κυματίζεται στου κρασιού τη θάλασσα   και ναυαγεί στο ποτήρι μεσοπέλαγα. 

Κοιτώντας το χρόνο τα βήματα τα περιοδικά σήματα που στέλνουν τα αηδόνια. 

Σιγοβράζουν ενώσεις άνθρακα κι ονείρων κι ο χρόνος βλασταίνει τα ροδοπέταλα.

Αχνά μυρίζουν νέα αρώματα αποκαθαίροντας τη μαύρη στάχτη.

Καθρέπτες είδωλα παράγουν στα μάτια και το νου.

With a Pencil

A Poem


Twilight softly fades the light; the glass trembles in my hand—

red wine sloshes erratically within its glass vessel.

A pencil in the other hand rests upon the white paper.

Exiles preferred the pencil; in the rain,

the written text holds up better.

Slowly, the lights came on, adding—bit by bit—joy and irresistible light

to the mind’s image, that parenthesis of calm,

a brilliant explosion of the future upon the steps of faithless love.

Seated in the comfortable chair, hunched over the keyboard, I recall the energy

radiating from those eyes—the dark eyes of a love that weighed the defeat.

The despair that ripples across the sea of ​​wine,

only to shipwreck in the glass, far from shore.

Watching time, the footsteps, the rhythmic signals sent by nightingales.

Compounds of carbon and dreams simmer slowly, and time sprouts rose petals.

New scents drift faintly, clearing away the black ash.

Mirrors cast reflections in the eyes and the mind.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Νάρκισσος

 15 Ιανουαρίου 2026, 07:09

Νάρκισσος
ποίημα  

Αν θα θυμηθείς πως ζει ο κόσμος 

πάτα το κουμπί να πεθάνει ο κόσμος αυτός.

Ξύπνα στον παράδεισο της άγνοιας στη ζάλη του κρασιού 

στα σύννεφα των παραισθήσεων.

Ποιός κόσμος; Ο όμορφος ω αυτός που καθρεφτίζεται στα στάσιμα νερά του βάλτου.

Εκεί που ο νάρκισσος βλέπει το πρόσωπο του. Εκεί που ντύνεται με σπαθιά και μπόμπες με ματωμένα ρούχα.

Προσεύχεται σε θεούς όπως ο άργυρος οι μετοχές οι επενδύσεις πολέμου.

Θεοσεβούμενοι υποκριτές  με αναμμένες τις πίπες της ειρήνης ανάμεσα σε καπνούς απόκρυφους και σε στάβλους ανθρώπων.

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

ΚΑΛΟΣ

 26 Δεκεμβρίου 2025, 00:50

ΚΑΛΟΣ


Κάλος μέσα από το παπούτσι 

ο πόνος γέμισε το κορμί

και δάκρυσε το μάτι.

Πόναει το κορμί πονά και το μυαλό

Υδρώτας γεμάτος σκόνη

θολώνει ο αγέρας η ματιά θαμπή.

Ο κάλος ξαναμένος τραβά το παραβάν

εκδίδει το θάνατο, τον ωραίο τον διαλαλεί

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

Η λαϊκή μας μουσική

 12 Δεκεμβρίου 2025, 10:11

Η λαϊκή μας μουσική
Σκέψεις  

Η λαϊκή μας μουσική παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες. Αυτές αποτελούνται από τις επιλογές των οργάνων και το χρώμα του ήχου που δίνουν, από τα θέματα των τραγουδιών που είναι πολυποίκιλα και απηχούν όλες τις πλευρές της ζωής του λαού και τις παρουσιάζει με ιδιαίτερα γλαφυρό και ευαίσθητο ποιητικό λόγο. 

Όμως το ιδιαίτερο ύφος που προέρχεται και από την ενορχήστρωση έχει να κάνει κυρίως από τις μουσικές φόρμες και σχήματα, δρόμους, χρωματικές και διατονικές κλίμακες.

Τα μοτίβα οι επαναλήψεις και οι αρμονίες που ακολουθούν αλλά και παράγουν αισθήματα μας κάνουν να χαλαρώνουμε παραδομένοι σε ονειρικές σκέψεις.

Τα παραδοσιακά είδη που προέρχονται από τις γεωγραφικές περιοχές της πατρίδας μας είναι αυτά που παρέδωσαν στη σημερινή μας μουσική δημιουργία τον πλούτο των ιδιαιτεροτήτων και ρυθμών που λίγοι πολιτισμοί μπορούν να επιδείξουν.

Να σμιλέψουν αισθητικά τους νέους ανθρώπους σε αντίθεση με κάποια απαράδεκτα όχι όλα ευτυχώς εισαγόμενα κατασκευάσματα που κακοποιούν την αισθητική μας και στο βαθμό που γίνονται κυρίαρχα απειλούν με εξαφάνιση πολιτιστική του λαού μας.

Σε μια προσπάθεια ομογενοποίησης της παγκόσμιας αγοράς μουσικών προϊόντων.      Δεν τους ενδιαφέρει ο καλαματιανός ο απτάλικος ο μπάλος το ζεϊμπέκικο αλλά και ο νιαβέντ ο σαμπάχ ο ουσάκ και άλλοι μουσικοί δρόμοι που προέρχονται ακόμα από την αρχαία Ελλάδα.

Για αυτό χρωστάμε στου μεγάλους λαϊκούς δημιουργούς στους Έντεχνους συνθέτες αλλά και σε μεγάλους και καταξιωμένους τραγουδιστές που επιμένουν συνειδητά στην υπεράσπιση και προβολή της μεγάλης μας μουσικής κληρονομιάς δεν την υποτιμάνε και βοηθάνε στην σύγχρονη δημιουργία.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Μαύρα γράμματα

 02 Δεκεμβρίου 2025, 07:44

Μαύρα γράμματα


Θα σχολείαζα αλλά οι λέξεις είναι τεράστιες

κάθε μια τους έχει εκατομύρια γράμματα

και βαριές όπως είναι τεράστιες σε μέγεθος ασφικτιούν

μέσα μου στο μυαλό και η γλώσσα δεν μπορεί να της προφέρει

το χαρτί να τις χωρέσει.

Ένα ποτάμι μαύρα γράμματα γεμίζει το χώρο.

Ντύσου με το ένδυμα της υπομονής σκέψου πως

πάντα κάποιος σε χρειάζεται

η εικόνα σου του δίνει κουράγιο να ζήσει

θέλει να σε ακούει να μιλάς

έχει κάνει όνειρα μαζί σου.

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Η μουσική

Μια μεγαλόχαρη θεά η μουσική 

του πόνου μας το αποκούμπι

θεά υψώστρα στου ολύμπου τα στενά

μα στον θεών το νέκταρ μαγικά σαν ακουμπά 

και τις καρδιές μας τις ζεσταίνει.

Πνιγμένα μες σε νότες κι ήχους δυνατούς 

και απαλά περασματάκια
τραγουδιού,

τρέχουν γρύγορα κι αργά τα πιο όμορφα στοιχάκια.

Του Απόλωνα μια ζεστή της λύρας του πνοή ετούτο το ξεπεταρούδι

τρέχει σα γάργαρο νερό με το αγέρι το τραγούδι

κλέβει καρδιές και μυστικά σε κατακτά

στου ονείρου την απανεμιά ξανά φουντώνει.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Απροσδιόριστα

 Τα χαμένα λεπτά τα ανέβρετα φιλιά σκαμένα στη σκέψη

στη λεπτότητα τη στιγμή της συνάντηση το χαμόγελο σοκάρει

ερμηνεύει τη σχέση απροσδιόριστα σκουντουφλά στο εγώ. 

Υποκείμενο αναξιοπρεπές αχαλήνοτα εκτεθειμένο συντετριμμένο

το κορμί ψυχοσωματικά αρωσσταίνει σε βρήσκω σε ξαναβρήσκω 

και πάντασε χάνω. Μα να που θα βρώ αυτό που έχασα.

Άτιτλο