17 Μαΐου 2026, 23:01
Μεράκιποίημα
Ήταν θελκτικό και όμορφο, θαρρώ, εκείνο το μεράκι· το άρπαζε ο άνεμος και το γύριζε σαν ανεμοδούρα, ο ήλιος το κοίταζε ζηλιάρικα, η θάλασσα το πότιζε με αλμύρα, μούσκευε το κορμί. Κι όταν το όνειρο τελείωσε, τα μάτια, τώρα πια ξεκούραστα, άνοιξαν· το μεράκι άναψε φωτιά, γυμνό στο φως του ήλιου, φωτιά για να κάψει, φωτιά για να καεί η ψευδαίσθηση. Τώρα, κενός χώρος, άφωνος, μολυβένιος, δίχως συναίσθημα, άδειος· άνθρωποι πυκνοί, κοντοί, άλλοι σμαραγδένιοι, κάποιοι αχτένιστοι, τα μάτια τους προβάλλουν σαν σε οθόνη τα σκαλιά της αβύσσου, τις αμαρτίες του κόσμου, που συναντούν άλλες αμαρτίες, μαύρες ή λουλακιές, δείνοντας τους χαρακτήρα και ανάλογο ήθος. Πάλεψαν και παλεύουν, οι ζωντανοί τους νεκρούς αγναντεύουν στο διάβα τους, περιμένοντας τη σειρά τους.
Κι έπειτα να, το μεράκι σύντροφος, περπατά δίπλα μου, σκιά που μεγαλώνει όσο προχωρώ στο διάβα του κόσμου, ανοίγει τα πλουμιστά φτερά του και πετά σαν αέρινο στεφάνι ψηλά, πολύ ψηλά, ακολουθώντας το πικρό συναίσθημα, ανταμωμένο με γαρύφαλλα και τριαντάλλα στον κήπο της Εδέμ.