24 Σεπτεμβρίου 2026, 16:21
ΆτιτλοΦέρνει ο άνεμος μακρινά φιλιά στο μέλι γινομέναμέσα σε φακέλους επιστολών σε καρποστάλ.Με ταχυδρομικά περιστέρια δεμένα στο μικρούλι ποδαράκι τους,κουβαλάνε αισθήματα που τα μεγεθύνει η απόσταση περασμένα από τα φίλτρα της νοσταλγίαςακολουθόντας την ανάγκη της επαφής.Φέρνει ο άνεμος τα μάτια σου, σαν οπτασία στον απέραντο θόλο του ουρανού και τα κοιτάζω ασταμάτητα, κοιτάζω το χρώμα τους ένα χρώμα γεμάτο απαλό ροδακινί, σα τα φιλιά σου που κυκλώνουν την υπαρξή μου την κρυμμένη κάτω απ τα σύνορα ενός πορφυρού παράδεισου μιας προϊστορικής εποχής.Ο άνεμος αυτός φέρνει και ξενοπούλια,κραυγές που πόνους κουβαλούν κατάρες πληρωμένες.Μα σα σταθούν στην πόρτα μας στα μάτια σου το δάκρυ μου θα δούνε. Σα συναντάς τις αστραπές τα ξόρκια δε φελάνε κι είναι οι δρόμοι αδιανοί ο χάρος τους διαβαίνει το βροντερό το βήμα του φωτιές μας αποστέλλει μέταλλα πίκρα και καημούς τριγύρω μας γεμάτο.Μαύρα τα σύννεφα καπνοί γεμίζουν τον κόσμο.Τα τρυφερά κλαράκια που ο χρόνος τα λυγάει.
Untitled
The wind brings distant kisses—ripened like honey—inside letter envelopes and on postcards. Carried by carrier pigeons with messages tied to their tiny legs, they bear sentiments magnified by distance, filtered through nostalgia, driven by the need for connection. The wind brings your eyes—like a vision against the vast dome of the sky—and I gaze at them ceaselessly; I gaze at their color, a hue rich in soft peach tones, much like the kisses that envelop my very being—a self-hidden beneath the borders of a crimson paradise from a prehistoric age. This wind also brings birds from afar, bearing cries laden with pain and curses come home to roost. Yet, should they pause at our doorstep, they will see my tear reflected in your eyes. When one encounters lightning, spells are of no avail; the roads are impassable as Death strides across them—his thunderous tread sending forth fire, metal, bitterness, and sorrow to surround us. Black clouds and smoke fill the world. And the tender saplings, bent low by the passage of time.
