Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Τα δάκρυα

 25 Μαΐου 2026, 03:18

Τα δάκρυα
ποίημα  

Κι είδα στα μάτια σου τα δάκρυα να λάμπουν σαν διαμάντια.

Δώσ’ τα μου, κοριτσάκι, να στολίσω μ’ αυτά μια ζωγραφιά.

Αυτά τα όμορφα τα δάκρυα σου που αστράφτουν στα ρόδινα σου μαγουλάκια 

σε ανέβασαν σε ουρανούς, σε αιθέρες λαμπρούς κι ανεξερεύνητους,

εκεί που τα δάκρυα θα είναι χρήσιμα μόνο για να στολίζουν ζωγραφιές.

Εσύ θα τις κοιτάς εκστατικά, περήφανη για τα χρυσά σου δάκρυα.

Κι ενώ το χαρτί μέσα στον χρόνο λιώνει, θα αφήνει ανέγγιχτο το πάθος των δακρύων.

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Μεράκι

 17 Μαΐου 2026, 23:01

Μεράκι
ποίημα  

Ήταν θελκτικό και όμορφο, θαρρώ, εκείνο το μεράκι· το άρπαζε ο άνεμος και το γύριζε σαν ανεμοδούρα, ο ήλιος το κοίταζε ζηλιάρικα, η θάλασσα το πότιζε με αλμύρα, μούσκευε το κορμί. Κι όταν το όνειρο τελείωσε, τα μάτια, τώρα πια ξεκούραστα, άνοιξαν· το μεράκι άναψε φωτιά, γυμνό στο φως του ήλιου, φωτιά για να κάψει, φωτιά για να καεί η ψευδαίσθηση. Τώρα, κενός χώρος, άφωνος, μολυβένιος, δίχως συναίσθημα, άδειος· άνθρωποι πυκνοί, κοντοί, άλλοι σμαραγδένιοι, κάποιοι αχτένιστοι, τα μάτια τους προβάλλουν σαν σε οθόνη τα σκαλιά της αβύσσου, τις αμαρτίες του κόσμου, που συναντούν άλλες αμαρτίες, μαύρες ή λουλακιές, δείνοντας τους χαρακτήρα και ανάλογο ήθος. Πάλεψαν και παλεύουν, οι ζωντανοί τους νεκρούς αγναντεύουν στο διάβα τους, περιμένοντας τη σειρά τους.

Κι έπειτα να, το μεράκι σύντροφος, περπατά δίπλα μου, σκιά που μεγαλώνει όσο προχωρώ στο διάβα του κόσμου, ανοίγει τα πλουμιστά φτερά του και πετά σαν αέρινο στεφάνι ψηλά, πολύ ψηλά, ακολουθώντας το πικρό συναίσθημα, ανταμωμένο με γαρύφαλλα και τριαντάλλα στον κήπο της Εδέμ.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Έρωτα πλημμυρόκαρδε

 14 Μαΐου 2026, 15:12

Έρωτα πλημμυρόκαρδε
ποίημα  

Τέσσερης νότες διάλεξα κι έφτιαξα ένα τραγούδι το τραγουδάνε τα πουλιά το τραγουδά ο αγέρας το τραγουδά η αγάπη μου με πόθος και με νάξι.

Έρωτα πλουμιδόκαρδε με τα μεγάλα βέλη μη της τρυπήσεις την καρδιά και κλάψει και δακρύσει· ελα και γίνε σύννεφο φάρμακο και δροσερό νεράκι να της γλυκαίνεις τη φωνή στα σωθικά δροσούλα 

Να ακούω το τραγούδι της μαζί του να ξεχνιέμαι να χάνομαι στα πέλαγα στις μακρινές τις στράτες.

Τέσσερις νότες διάλεξα κι έφτιαξα ένα τραγούδι· το τραγουδούνε τα πουλιά, το τραγουδά ο αγέρας, το τραγουδά η αγάπη μου μες στο γλυκό το δάσος.

Έρωτα πλημμυρόκαρδε, με τα μεγάλα βέλη, μη της τρυπήσεις την καρδιά και κλάψει και δακρύσει· έλα και γίνε σύννεφο, φάρμακο και δροσερό νεράκι, να της γλυκαίνεις τη φωνή και στα σωθικά δροσούλα.

Να ακούω το τραγούδι της, μαζί του να ξεχνιέμαι, να χάνομαι στα πέλαγα, στις μακρινές τις στράτες.

Σκόνταψα

 12 Μαΐου 2026, 00:16

Σκόνταψα
ποίημα  

Στη χαοτικότητα της αισθητικής

στον ψυχισμό των ανθρώπων, σκόνταψα.

Πέρασα μέσα από τα σπάργανα της λύπης

καταμεσής στου καταγάλανου ουρανού σταύρωσα το βλέμμα,

πίκρανα το δροσερό νερό στο πιθάρι των Δαναΐδων

με τα δάκρυα της καρδιάς μου.

Μάκρυνα σε σύννεφα σκοτεινά.

Μπερδεύονται τα βήματά μου

σε μουσικές ξελογιάστρες ζαλίζετε το μυαλό.

Πέρασα κοντά από επιτυχίες μα σκόνταψα.

Η ομορφιά με σκλάβωσε παράφορα

η φτώχεια με πίκρανε, στα έσχατα του κόσμου σκοτείνιασε

οι κεραυνοί σαν άγρια όνειρα φωτίζουν τη σκέψη

την ώρα του θανάτου φτερουγίζει το άδικο.

Χαμπέρι πού έστειλε μια στιγμή απελπισίας.

Στάλαξε στην καρδιά το αγέρι δροσιά ευχάριστη

Και πήρε το βάρος μακριά, ανάλαφρη η ώρα που είδα τον ήλιο σου.

Τα δάκρυα