Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Ο μεγάλος πόλεμος

 30 Ιουλίου 2026, 19:22

Ο μεγάλος πόλεμος
Σκέψεις  

Σε αυτόν τον τόπο, σε αυτή την εποχή,
την εποχή που προετοιμάζεται ο μεγάλος πόλεμος,
πώς να μιλήσω για κάτι άλλο;

Ψάχνω τα πιο δυνατά συναισθήματα, μα
φαίνονται μικρά μπροστά στον πόνο και την οδύνη.
Φαντάζει μακριά μου, μα περικυκλώνει τον τόπο μου,
μια ψευδαίσθηση πως δε θα με αγγίξει εμένα
ο μεγάλος πόλεμος.

Μα ο κόσμος έγινε τόσο μικρός
κι εμείς τόσο πολλοί.
Στρυμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο
μέσα στα κουτιά των τηλεοράσεων
σφηνώνει το μυαλό, περιορίζεται το οπτικό πεδίο.

Όχι, δε φταίει ο μεγάλος πόλεμος για το ψωμί που είναι ακριβό,
για τα νοσοκομεία με τις ελλείψεις τους,
για τα σχολεία που φθείρονται.
Όχι, δεν θα βομβαρδίσουν τη δική μας πολυκατοικία.

Μόνο τους άλλους – τους λεπρούς, τους βρομερούς, τους απολίτιστους –
που πεινασμένοι, κυνηγημένοι από τις βόμβες μας, ίσως τρομάξουν
την φοβισμένη γαλήνη μας αν βρεθούν κοντά μας.  

The Great War

Reflections


In this place, at this time—

the time when the great war is brewing—

how can I speak of anything else?


I search for the most powerful emotions, yet

they seem small in the face of such pain and anguish.

It feels distant, though it encircles my home—

an illusion that the great war

will not touch *me*.


But the world has grown so small,

and there are so many of us.

Crammed side by side,

trapped within the boxes of our televisions;

the mind grows cramped, the field of vision narrows.


No, the great war is not to blame for the price of bread,

for the shortages in hospitals,

or for the schools falling into disrepair.

No, they won’t bomb *our* apartment building.


Only the others—the lepers, the filthy, the uncivilized—

who, starving and hounded by our bombs, might disturb

our fearful peace should they draw near.


Τραγούδι

 28 Ιουλίου 2026, 10:37

Τραγούδι
Σκέψεις  

Τραγούδια που με παράπονο τραγουδούν το πάθος και τον πόθο,

με καημό κυκλώνουν δρόμους, , αγκαλιές, φιλιά και στράτες με μυρολόγια.

Τα κλαμένα τραγούδια, σαν αδέσποτα ροδοπέταλα σκορπισμένα στον φθινοπωρινό ουρανό, το αεράκι τα στροβιλίζει ανάμεσα στα δέντρα του δάσους κι ο ήλιος τα χρωματίζει ευχάριστα.

Στον αέρα ακούγεται το ρεφρέν ενός παλιού τραγουδιού... σπασμένα τριαντάφυλλα... πικρή ανάμνηση από τα παιδικά χρόνια.

Μου φαίνεται πως η σκέψη μου με ταξίδεψε σε απρόσμενους τόπους, σε εικόνες που αποτυπώθηκαν μέσα μου κάποια στιγμή, και αφήνοντας το χέρι μου ελεύθερο πάνω στο μολύβι βγήκαν στην επιφάνεια απρόσμενα αναπάντεχα, παραμερίζοντας την καθημερινότητα και βάζοντας στην άκρη τον τρόμο της πραγματικότητας.

Τα παραπονεμένα τραγούδια, αυτά που δεν ακούστηκαν, που δεν αγαπήθηκαν, που περιμένουν να τα ανακαλύψουν το αυτί και ο νους.


Song

Thoughts


Songs that sing of passion and longing with a touch of sorrow,


circling—with a heavy heart—streets, embraces, kisses, and paths, like mournful dirges.


These tearful songs are like stray rose petals scattered across the autumn sky; the breeze swirls them among the forest trees, and the sun paints them in pleasing hues.


The chorus of an old song drifts on the air... broken roses... a bitter memory from childhood.


It seems my thoughts have carried me to unexpected places, to images imprinted within me long ago; and as I let my hand move freely with the pencil, they surfaced quite unexpectedly, pushing aside the mundane and setting aside the dread of reality.


Those wistful songs—the ones left unheard and unloved, waiting for the ear and the mind to discover them.



                                             Αποτελέσματα εικόνων για Τραγούδι

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Τομή

 13 Ιουλίου 2026, 01:33

Τομή



ποίημα  

Σε αερόστατο, μεταξωτό μπαλόνι με ζεστό αέριο γιομάτο.

Τα μάτια τεντωμένα με ορθάνοιχτα τα αυτιά,

γυρνώ με τους αέριδες σφικτά αγκαλιασμόνος.

Οι υπερβολές πολλές ζεματισμένες, φορτωμένος στο κρύο και τη ζέστη αφημένος 

στου Απόλωνα το φως, ακουμπισμένος στα ουράνια να σέρνομαι στις ανοιχτές πληγές.

Τα μυστικά σπαρμένα στης γης ετούτης τα αποκαΐδια,

Οι πικραμένες ημέρες αρμενίζουν.

Σειρές σειρές χλωμές φωτιές ξεριζωμένοι άνθρωποι φωνάζουν. 

Από τις καρδιές ποτάμια τρέχουν κόκκινα, μικρών παιδιών φωνές και δάκρυ.

Σημαίες λάβαρα ιδέες αφημένες προς πάσα χρήση μες των τρελών καιρών τις ώρες

υποθήκη στης μνήμης το μεγάλο περιβόλι κρατάν τον χορό χιλιάδες μα όλοι ξέρουν τις πληγές του Άδη.

Poem


In a hot-air balloon—a silken sphere filled with heated air—

eyes straining, ears wide open,

I drift, held in a tight embrace by the winds.

Scorching excesses abound; burdened by cold and heat, abandoned

to Apollo’s light, I lean against the heavens, dragging myself across open wounds.

Secrets lie scattered amidst the charred ruins of this land,

while bitter days sail onward.

Row upon row of pale fires; uprooted people cry out.

Rivers of red flow from hearts—the voices and tears of small children.

Flags, banners, and ideologies—left for any use amidst these mad times—

a pledge in memory’s vast orchard; thousands join the dance, yet all know the wounds of Hades.

Άτιτλο