Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

 13 Φεβρουαρίου 2026, 23:43

Ήρως


Πολλές μανάδες γέννησαν ήρωες, μα ο χρόνος τους τελείωσε πριν προλάβουν να ολοκληρώσουν το θεάρεστο έργο τους. Άλλωστε, τι είδους ήρωες θα ήταν αν ο σκοπός τους δεν ήταν ξεκάθαρος και απόλυτα ταγμένος στο κοινό καλό; Αλλιώς, πώς να δεχτώ τα μαύρα χάλια αυτού του τόπου; Αυτοί πέθαναν παλεύοντας για την ανάκαμψη του δύσμοιρου κόσμου στο νότιο άκρο της βαλκανικής χερσονήσου, κι ας συμβαίνουν παρόμοια πράγματα και στον υπόλοιπο κόσμο.

Ήρως λοιπόν

Αυτός που ανέχεται την πανταχού παρούσα μητέρα
Αυτός που δουλεύει από ήλιο σε ήλιο
Αυτός που καρτερικά περιμένει να κερδίσει το λαχείο
Αυτός που συγκλονίζεται με την εθνική υπερηφάνεια και γεμίζει φέρετρα
Αυτός που στις εκλογικές μάχες περιμένει μια φιλική κυβέρνηση
Αυτός που καταπίνει ένα κάρο ψέματα, ανάποδα στοιβαγμένα κι αραδιασμένα μπροστά του.

Ένας ήρωας ξέσκεπος, με ηρωικό άσμα, γραμμένος στα κιτάπια του έθνους σαν αριθμός τηλεφώνου σε κατάλογο.

Μα ποιος τους στήνει μπροστά μας, ποιος τους αβαντάρει και τους τοποθετεί στα σχολικά βιβλία; Κάποιοι πονηροί τους εκμεταλλεύονται και στήνουν δουλειές γύρω από αυτούς. Ζυγίζουν τη στιγμή και τον χρόνο και τσουπ, ρεφάρουν τη χασούρα. Ξέρουν την απλότητα του κόσμου και σιδερώνουν το μυαλό του.

Hero



Many mothers gave birth to heroes, yet their time ran out before they could complete their God-pleasing work. After all, what kind of heroes would they be if their purpose weren't clear and utterly dedicated to the common good? Otherwise, how could I accept the wretched state of this land? They died fighting for the recovery of this ill-fated corner at the southern tip of the Balkan Peninsula—even if similar things are happening elsewhere in the world.


A hero, then:


He who tolerates the ever-present mother

He who works from sunrise to sunset

He who patiently waits to win the lottery

He who is stirred by national pride and fills coffins

He who, during election battles, awaits a friendly government

He who swallows a heap of lies, jumbled and spewed out before him.


An exposed hero, the subject of a heroic ballad, yet recorded in the nation’s ledgers merely like a phone number in a directory.


But who parades them before us? Who champions them and places them in school textbooks? Cunning figures exploit them, building lucrative schemes around them. They gauge the moment and the timing, and—*snap*—they recoup their losses. They know the simplicity of the common folk and iron their minds flat.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Με ένα μολύβι

 11 Φεβρουαρίου 2026, 14:49

Με ένα μολύβι
ποίημα  

Το σούρουπο απαλό αχνοσβήνει το φως το ποτήρι τρέμει στο χέρι

κόκκινο κρασί πηγαινοέρχεται ακατάστατα μέσα στο γυάλινο περίβλημα.

Μολύβι στο άλλο χέρι ακουμπά στο άσπρο χαρτί.

Προτιμούσαν οι εξόριστοι το μολύβι, στη βροχή

αντέχει καλύτερα το γραμμένο κείμενο.

 Σιγά σιγά τα φώτα άναβαν, πρόσθεταν λίγο λίγο χαρά και φως ακαταμάχητο 

στη εικόνα του νου την παρένθεση της ηρεμία,

λαμπρή έκρηξη του μέλλοντος, στα σκαλιά της άπιστης αγάπης. 

Καθισμένος στην αναπαυτική καρέκλα σκυμμένος στο πληκτρολόγιο αναπολώ την ενέργεια που έστελναν τα μάτια, τα μαύρα μάτια του έρωτα που αξιολόγησε την ήτα. 

Την απελπισία που κυματίζεται στου κρασιού τη θάλασσα   και ναυαγεί στο ποτήρι μεσοπέλαγα. 

Κοιτώντας το χρόνο τα βήματα τα περιοδικά σήματα που στέλνουν τα αηδόνια. 

Σιγοβράζουν ενώσεις άνθρακα κι ονείρων κι ο χρόνος βλασταίνει τα ροδοπέταλα.

Αχνά μυρίζουν νέα αρώματα αποκαθαίροντας τη μαύρη στάχτη.

Καθρέπτες είδωλα παράγουν στα μάτια και το νου.

With a Pencil

A Poem


Twilight softly fades the light; the glass trembles in my hand—

red wine sloshes erratically within its glass vessel.

A pencil in the other hand rests upon the white paper.

Exiles preferred the pencil; in the rain,

the written text holds up better.

Slowly, the lights came on, adding—bit by bit—joy and irresistible light

to the mind’s image, that parenthesis of calm,

a brilliant explosion of the future upon the steps of faithless love.

Seated in the comfortable chair, hunched over the keyboard, I recall the energy

radiating from those eyes—the dark eyes of a love that weighed the defeat.

The despair that ripples across the sea of ​​wine,

only to shipwreck in the glass, far from shore.

Watching time, the footsteps, the rhythmic signals sent by nightingales.

Compounds of carbon and dreams simmer slowly, and time sprouts rose petals.

New scents drift faintly, clearing away the black ash.

Mirrors cast reflections in the eyes and the mind.

Άτιτλο