Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Μεράκι

 17 Μαΐου 2026, 23:01

Μεράκι
ποίημα  

Ήταν θελκτικό και όμορφο, θαρρώ, εκείνο το μεράκι· το άρπαζε ο άνεμος και το γύριζε σαν ανεμοδούρα, ο ήλιος το κοίταζε ζηλιάρικα, η θάλασσα το πότιζε με αλμύρα, μούσκευε το κορμί. Κι όταν το όνειρο τελείωσε, τα μάτια, τώρα πια ξεκούραστα, άνοιξαν· το μεράκι άναψε φωτιά, γυμνό στο φως του ήλιου, φωτιά για να κάψει, φωτιά για να καεί η ψευδαίσθηση. Τώρα, κενός χώρος, άφωνος, μολυβένιος, δίχως συναίσθημα, άδειος· άνθρωποι πυκνοί, κοντοί, άλλοι σμαραγδένιοι, κάποιοι αχτένιστοι, τα μάτια τους προβάλλουν σαν σε οθόνη τα σκαλιά της αβύσσου, τις αμαρτίες του κόσμου, που συναντούν άλλες αμαρτίες, μαύρες ή λουλακιές, δείνοντας τους χαρακτήρα και ανάλογο ήθος. Πάλεψαν και παλεύουν, οι ζωντανοί τους νεκρούς αγναντεύουν στο διάβα τους, περιμένοντας τη σειρά τους.

Κι έπειτα να, το μεράκι σύντροφος, περπατά δίπλα μου, σκιά που μεγαλώνει όσο προχωρώ στο διάβα του κόσμου, ανοίγει τα πλουμιστά φτερά του και πετά σαν αέρινο στεφάνι ψηλά, πολύ ψηλά, ακολουθώντας το πικρό συναίσθημα, ανταμωμένο με γαρύφαλλα και τριαντάλλα στον κήπο της Εδέμ.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Έρωτα πλημμυρόκαρδε

 14 Μαΐου 2026, 15:12

Έρωτα πλημμυρόκαρδε
ποίημα  

Τέσσερης νότες διάλεξα κι έφτιαξα ένα τραγούδι το τραγουδάνε τα πουλιά το τραγουδά ο αγέρας το τραγουδά η αγάπη μου με πόθος και με νάξι.

Έρωτα πλουμιδόκαρδε με τα μεγάλα βέλη μη της τρυπήσεις την καρδιά και κλάψει και δακρύσει· ελα και γίνε σύννεφο φάρμακο και δροσερό νεράκι να της γλυκαίνεις τη φωνή στα σωθικά δροσούλα 

Να ακούω το τραγούδι της μαζί του να ξεχνιέμαι να χάνομαι στα πέλαγα στις μακρινές τις στράτες.

Τέσσερις νότες διάλεξα κι έφτιαξα ένα τραγούδι· το τραγουδούνε τα πουλιά, το τραγουδά ο αγέρας, το τραγουδά η αγάπη μου μες στο γλυκό το δάσος.

Έρωτα πλημμυρόκαρδε, με τα μεγάλα βέλη, μη της τρυπήσεις την καρδιά και κλάψει και δακρύσει· έλα και γίνε σύννεφο, φάρμακο και δροσερό νεράκι, να της γλυκαίνεις τη φωνή και στα σωθικά δροσούλα.

Να ακούω το τραγούδι της, μαζί του να ξεχνιέμαι, να χάνομαι στα πέλαγα, στις μακρινές τις στράτες.

Σκόνταψα

 12 Μαΐου 2026, 00:16

Σκόνταψα
ποίημα  

Στη χαοτικότητα της αισθητικής

στον ψυχισμό των ανθρώπων, σκόνταψα.

Πέρασα μέσα από τα σπάργανα της λύπης

καταμεσής στου καταγάλανου ουρανού σταύρωσα το βλέμμα,

πίκρανα το δροσερό νερό στο πιθάρι των Δαναΐδων

με τα δάκρυα της καρδιάς μου.

Μάκρυνα σε σύννεφα σκοτεινά.

Μπερδεύονται τα βήματά μου

σε μουσικές ξελογιάστρες ζαλίζετε το μυαλό.

Πέρασα κοντά από επιτυχίες μα σκόνταψα.

Η ομορφιά με σκλάβωσε παράφορα

η φτώχεια με πίκρανε, στα έσχατα του κόσμου σκοτείνιασε

οι κεραυνοί σαν άγρια όνειρα φωτίζουν τη σκέψη

την ώρα του θανάτου φτερουγίζει το άδικο.

Χαμπέρι πού έστειλε μια στιγμή απελπισίας.

Στάλαξε στην καρδιά το αγέρι δροσιά ευχάριστη

Και πήρε το βάρος μακριά, ανάλαφρη η ώρα που είδα τον ήλιο σου.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Σκέψη παγωμένη

28 Μαρτίου 2026, 00:50
Σκέψη παγωμένη
ποίημα  

Σε έψαχνα στις θολές αναμνήσεις.

Στα βαθιά νερά μιας δροσερής θάλασσας.

Κοίταξα την μορφή σου

σωστό αντίγραφο της νεανικότητας μας.

Δεν σε άγγιξα δεν πέρασαν οι στιγμές

Εμείνει η σκέψη παγωμένη

στο συναίσθημα που πρόδιδε η χροιά της φωνής σου.

Έφυγα ντροπιασμένος σε ένα δρόμο χωρίς επιστροφή.

Με πόνεσε που άφησα τόσο χώρο ανάμεσά μας.

Μια πικρή μνήμη στο βάθος της καρδιάς παιδεύει το νου.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Τα κοράκια

 12 Μαρτίου 2026, 00:58

Τα κοράκια


Σκύβουν πάνω στο πτώμα.

Κοράκια τρομαγμένα από την εικόνα.

Μυρωδιά από θειάφι μυρωδιά καμένης σάρκας

Πασαλειμμένο με πίσσα το κορμί της ευδαιμονίας

κι ένοχοι κριμένοι πίσω από το σπίρτο που βάζει φωτιά.

Πως ζουν τα σκουλήκια μέσα στα σάπια νερά του βάλτου.

Πάνω σε ανήλικα παιδάκια πέφτουν τους τραβούν τις σάρκες 

και παιδόφιλουν ασύστολα.

Τα πούπουλα για τους κλέφτες αναλαμβάνουν ρόλο μπερντέ

μα σίγουρα η γάγγραινα πνίγει  την ανάσα,

το έδαφος αργά σταθερά υποχωρεί μαλακώνοντας,

σα στροφή στο γύρο του θανάτου.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

 13 Φεβρουαρίου 2026, 23:43

Ήρως


Πολλές μανάδες γέννησαν ήρωες, μα ο χρόνος τους τελείωσε πριν προλάβουν να ολοκληρώσουν το θεάρεστο έργο τους. Άλλωστε, τι είδους ήρωες θα ήταν αν ο σκοπός τους δεν ήταν ξεκάθαρος και απόλυτα ταγμένος στο κοινό καλό; Αλλιώς, πώς να δεχτώ τα μαύρα χάλια αυτού του τόπου; Αυτοί πέθαναν παλεύοντας για την ανάκαμψη του δύσμοιρου κόσμου στο νότιο άκρο της βαλκανικής χερσονήσου, κι ας συμβαίνουν παρόμοια πράγματα και στον υπόλοιπο κόσμο.

Ήρως λοιπόν

Αυτός που ανέχεται την πανταχού παρούσα μητέρα
Αυτός που δουλεύει από ήλιο σε ήλιο
Αυτός που καρτερικά περιμένει να κερδίσει το λαχείο
Αυτός που συγκλονίζεται με την εθνική υπερηφάνεια και γεμίζει φέρετρα
Αυτός που στις εκλογικές μάχες περιμένει μια φιλική κυβέρνηση
Αυτός που καταπίνει ένα κάρο ψέματα, ανάποδα στοιβαγμένα κι αραδιασμένα μπροστά του.

Ένας ήρωας ξέσκεπος, με ηρωικό άσμα, γραμμένος στα κιτάπια του έθνους σαν αριθμός τηλεφώνου σε κατάλογο.

Μα ποιος τους στήνει μπροστά μας, ποιος τους αβαντάρει και τους τοποθετεί στα σχολικά βιβλία; Κάποιοι πονηροί τους εκμεταλλεύονται και στήνουν δουλειές γύρω από αυτούς. Ζυγίζουν τη στιγμή και τον χρόνο και τσουπ, ρεφάρουν τη χασούρα. Ξέρουν την απλότητα του κόσμου και σιδερώνουν το μυαλό του.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Με ένα μολύβι

 11 Φεβρουαρίου 2026, 14:49

Με ένα μολύβι
ποίημα  

Το σούρουπο απαλό αχνοσβήνει το φως το ποτήρι τρέμει στο χέρι

κόκκινο κρασί πηγαινοέρχεται ακατάστατα μέσα στο γυάλινο περίβλημα.

Μολύβι στο άλλο χέρι ακουμπά στο άσπρο χαρτί.

Προτιμούσαν οι εξόριστοι το μολύβι, στη βροχή

αντέχει καλύτερα το γραμμένο κείμενο.

 Σιγά σιγά τα φώτα άναβαν, πρόσθεταν λίγο λίγο χαρά και φως ακαταμάχητο 

στη εικόνα του νου την παρένθεση της ηρεμία,

λαμπρή έκρηξη του μέλλοντος, στα σκαλιά της άπιστης αγάπης. 

Καθισμένος στην αναπαυτική καρέκλα σκυμμένος στο πληκτρολόγιο αναπολώ την ενέργεια που έστελναν τα μάτια, τα μαύρα μάτια του έρωτα που αξιολόγησε την ήτα. 

Την απελπισία που κυματίζεται στου κρασιού τη θάλασσα   και ναυαγεί στο ποτήρι μεσοπέλαγα. 

Κοιτώντας το χρόνο τα βήματα τα περιοδικά σήματα που στέλνουν τα αηδόνια. 

Σιγοβράζουν ενώσεις άνθρακα κι ονείρων κι ο χρόνος βλασταίνει τα ροδοπέταλα.

Αχνά μυρίζουν νέα αρώματα αποκαθαίροντας τη μαύρη στάχτη.

Καθρέπτες είδωλα παράγουν στα μάτια και το νου.

Ο μεγάλος πόλεμος