121 Ταξίδι
ποίηση Έριξα τα χέρια μακριά πέταξα το βέλος ψηλά κάρφωσα τον ήλιο κι αυτός δάκρυσε. Συννέφιασε και έκλαψα. Συγύρισα τη φωλιά μου και έδιωξα την αμφιβολία. Η βροχή πλημμύρισε την αυλή. Έπλυνε τη σκόνη από το παλιό πράσινο ποδήλατο. Μούσκεψε τις ντομάτες στο πάγκο της λαϊκής. Οι πλαστικές μαύρες σακούλες βούλωσαν τα φρεάτια Έριξα τα χέρια μου μακριά πέρα απ το πέλαγος μάζεψα όστρακα κι αχινούς. Τα πέρασα στα μαύρα σου μαλλιά χάντρες ζήλεψα τα όνειρα που μεγάλωσαν και παραβγαίνουν στο μπόι τα όμορφα κυπαρίσσια. 03 Ιουνίου 2018, 15:35 |
Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018
-
11 Φεβρουαρίου 2026, 14:49 Με ένα μολύβι ποίημα Το σούρουπο απαλό αχνοσβήνει το φως το ποτήρι τρέμει στο χέρι κόκκινο κρασί πηγαινοέρχε...
-
Αν και το σακί που στην πλάτη μου κουβαλάω, μου προκαλεί φαγούρα συνεχόμενα, για χρόνια με τυραννά. Το κορμί μου απόκτησε κλήση προς τα μ...
-
27 Οκτωβρίου 2025, 22:27 ΛΑΘΟΣ ποίημα Ξεκινό να σου γράψω μα τα χάνω μουτζουρώνω ακατάληπτες λέξεις ξεμεθώ από της θύμησης τη ζάλη κλεί...